Thursday, 28 September 2017

Οι παράγκες της Βουλιαγμένης.

Αγαπημένο μου θέμα στην φωτογραφία ήταν πάντα η εγκατάλειψη. Κτίρια που έχουν αφεθεί για καιρό στο έλεος του χρόνου, αντικείμενα ξεχασμένα, ίχνη ευχάριστων ή δύσκολων στιγμών, που έχουν πάντα να αφηγηθούν την δική τους ιστορία.
(παλαιότερα εξορμήσεις μου σε εγκαταλελειμμένα ξενοδοχεία της Αττικής, στα μεταλλεία του  Λαυρίου και σανατόρια της Αρκαδίας).



Όντας γέννημα-θρέμμα της περιοχής, η έκπληξη μου ήταν μεγάλη όταν αποφάσισα να ρίξω μια ματιά στις "παράγκες της Βουλιαγμένης". Σε μια πευκόφυτη έκταση που ανήκει στο Ορφανοτροφείο της Βουλιαγμένης, είναι αραδιασμένες γύρω στις 30 ξύλινες παράγκες που κατά το παρελθόν η εκκλησία τις νοίκιαζε σε οικογένειες ως παραθεριστικές κατοικίες έναντι ετήσιου αντιτίμου.




Κατοικούνταν από το 1944 και μέχρι το 2000, όπου σταμάτησαν πλέον να βγαίνουν σε πλειστηριασμό και αφέθηκαν να ρημάξουν. Υπήρχαν, δηλαδή, παιδιά τα οποία στην κυριολεξία μεγάλωσαν στις παράγκες αυτές και οικογένειες που κάθε καλοκαίρι τις πρόσεχαν, τις επισκεύαζαν προσθέτοντας την δική τους πινελιά στην κάθε μια.


      

Μπαίνοντας μέσα σε κάποιες από αυτές (γιατί οι περισσότερες είναι σε κακή κατάσταση, με πεσμένες κεραμοσκεπές, ξεχαρβαλωμένες πόρτες και σπασμένα τζάμια παντού) μπορείς ακόμα να νιώσεις την αύρα της οικογένειας που ζούσε εκεί τα καλοκαίρια της. Να δεις τα παιδικά αυτοκόλλητα πάνω στον τοίχο και να φανταστείς το ντιβανάκι που ξάπλωναν τα παιδιά τα μεσημέρια, την πιατοθήκη που τακτοποιούσε η μητέρα τα πιάτα της, τον πέτρινο νεροχύτη. Πόρτες βαμμένες ανάλογα με το γούστο τους, ένα πέτρινο τραπέζι στην βεράντα , μια υποψία από ένα μικρό κηπάκι....




Ακόμα και όταν κάνεις απλώς την βόλτα σου το μέρος έχει μια όμορφη αύρα. Είναι τα ζωηρά χρώματα στις πόρτες και τα παράθυρα, είναι η μαγευτική θέα στην θάλασσα, τα καλοκαιρινά παιχνίδια και τα γέλια των παιδιών που ακόμα νιώθεις οτι ακούγονται στον αέρα. Ένα μέρος μαγικό , πολύ προσωπικό, στην πολύβουη καλοκαιρινή Βουλιαγμένη. 



Την ζωή στις παράγκες -έτσι όπως ο ίδιος τις έζησε- έχει περιγράψει υπέροχα, μέσα από ένα γεμάτο συναίσθημα κείμενο του, ο Γιώργος Μαυρωτάς (αξίζει να το διαβάσετε εδώ).


































There was an error in this gadget